Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Χρονικό ενός απρόσμενου θανάτου.

Σάββατο 9/5

Προσπαθώ να γράψω λίγα λόγια και να βγάλω από μέσα μου λέξεις που θέλουν εσένα να τις ακούσεις. Γράφω δύο γραμμές και τα σβήνω. Μου φαίνονται τόσο ψεύτικα, τόσο κινηματογραφικά. Δεν είμαι καλή με τα λόγια αλλά καμία φορά στο χαρτί οι συλλαβές κάθονται αλλιώτικα και μοιάζουν πιο όμορφες. Βγάζουν όμορφα νοήματα, εικόνες και μένεις άναυδος να κοιτάς και να αναρωτιέσαι πως μερικά σχέδια που μπήκαν το ένα δίπλα στ'άλλο ζωγραφίζουν έτσι στο μυαλό σου. Δεν μπορώ όμως να φτιάξω τώρα κάτι όμορφο. Δεν έχω χρώματα, παρά μόνο μαύρους λεκέδες σε άσπρες σελίδες.

Και τι να σου πουν δύο λέξεις για μια ολόκληρη ζωή? Τι να χωρέσει σε δύο σελίδες? Ένα ευτελισμένο σ'αγαπώ και ένα συγγνώμη έχω για σένα γιαγιά μου. Ξέρω δεν λέει κάτι τώρα ο,τι και να πω. Μοιάζει μάταιο αλλά και τόσο απαραίτητο.  Οι σελίδες μένουν άδειες όχι επειδή δεν έχω τι να πω αλλά επειδή δεν ξέρω πως να σου το πω. 
Νιώθω τόσο άσχημα, τόσο ενοχή για την μοναξιά που σε έπνιγε. Μετανιώνω για τις φορές που δεν άρπαξα την ευκαιρία να περάσω χρόνο μαζί σου. Θυμώνω που ξεχνούσα κάθε φορά τα βιβλία που σου είχα υποσχεθεί. Αχ να ήξερες μόνο πόσο σε αγαπώ. Μου λείπεις γιαγιά. Είσαι κ δεν είσαι εδώ. Αυτή η αναμονή με σκοτώνει.

Μου λένε οι γιατροί πως δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Αν σε φιλήσω λένε και σου πω πόσο σ'αγαπώ και πόσο θέλω να γυρίσεις σε μας δεν θα το καταλάβεις. Μα πως είναι δυνατόν? Εσύ που με μια αγκαλιά μου χαμογελούσες ως τα αυτιά δεν θα με νιώσεις καθόλου? Δεν το πιστεύω. Δεν τους πιστεύω. Κανέναν τους. Κάθονται σε μια καρέκλα κουνάνε το δάχτυλο και λένε εσύ θα ζήσεις και εσύ θα πεθάνεις.

Έλα γιαγιά μου πίσω να πάμε στην εκκλησία στον παππούλη που θέλει να μας δει. Θέλω να τον ρωτήσω που είναι ο Θεός του τώρα. Γιατί δεν σε βοηθάει να γίνεις καλά, εσένα που μετά από όλα όσα σου στέρησε δεν έφυγες από το σπίτι Του ούτε μέρα ? Ποιο ήταν το λάθος αυτή τη φορά ? Η πίστη σου δεν ήταν αρκετή ή μήπως δεν πίστευες με τον σωστό τρόπο ?

Ξέρω θα με μάλωνες για αυτά που λέω. Μακάρι να το έκανες. Μακάρι να ήσουν εδώ και να μου φώναζες που ήμουν τόσο άδικη απέναντι σου, που δεν σου έδειχνα πόσα πραγματικά σημαίνεις για μένα. Μακάρι να μην ήσουν τόσο καλή μαζί μου και να μην ένιωθα πως θα είσαι πάντα δίπλα μου. Ήμουν το καλύτερο παιδί, έλεγες. Τι καλό σου έκανα ? Πάντα ήσουν δεδομένη. Πότε δεν σκέφτηκα ο,τι θα φύγεις. Με πνίγουν τα λάθη και οι ενοχές γιαγιά μου. Δεν σου άξιζε ούτε η ζωή που πέρασες, ούτε ο πόνος που άντεξες, ούτε σου αξίζει ένα τέτοιο τέλος. Κατά λάθος.  Μπορούσα να σου χαρίσω κάτι καλύτερο και δν το έκανα. Θα φύγεις από αυτό τον κόσμο με ένα παράπονο ? Δεν αντέχω ούτε να το σκέφτομαι.

Όλοι σε αγαπάνε γιαγιά μου. Κάθε μέρα χτυπάνε τα τηλέφωνα και όλοι ρωτάνε για σένα. Τρέμει η φωνή τους και περιμένουν να τους πούμε πως ξύπνησες και είσαι καλά. Μακάρι. Η Άννα λέει της λείπεις. Κάποτε λέει ήθελες κουβέντα και εκείνη είχε δουλειές και τώρα της λείπεις τόσο πολύ. Θυμώνω με μας. Που ήταν όλοι αυτοί τόσο καιρό που ήσουν μόνη σου ?? Εμείς??
Είμαστε τόσο υποκριτές οι άνθρωποι. Μόνο όταν τρομάξαμε μήπως σε χάσουμε μας ένοιαξε. Αν είναι αλήθεια πως υπάρχει κάτι καλύτερο μετά από εδώ, αυτό είναι που σου αξίζει και όχι εμείς. Ούτε μια ζωή κατάκητη και αβοήθητη. Δεν θέλω να σε αφήσω να φύγεις. Μη φύγεις.

Πονάω γιαγιά. Θυμώνω με όλους και με όλα. Τίποτα δεν μου φτάνει και όλα με ενοχλούν. Ο κόσμος με ενοχλεί που συνεχίζει να γυρίζει και χωρίς εσένα. Μην στενοχωριέσαι, μου λένε, πρέπει να είσαι δυνατή. Εγώ όμως ποτέ δεν ήμουν δυνατή. Εγώ δεν είμαι σαν και εσένα. Είμαι φοβητσιάρα, δειλή και τώρα περιμένω κάποιον να με βγάλει από την στενοχώρια μου.

Κυριακή 10/5

Ο Παύλος είχε δίκιο. Δεν ήταν όπως το είχα φανταστεί. Όταν μπήκα και σε είδα ξαπλωμένη και παραμορφωμένη από το πρήξιμο τρόμαξα αλλά δεν πόνεσα όσο περίμενα. Και τελικά αυτό ήταν χειρότερο.  Νιώθω πως έχω πνίξει τα συναισθήματα μου και θέλω να φωνάξω και να κλάψω και να τα βγάλω όλα έξω.

...

Ακούς γιαγιά? Ένα τίποτα είμαστε. Τόσο μικροί και μικρόψυχοι, σχεδόν αναρωτιέμαι γιατί δεν έχουμε χαθεί ακόμα. Από τύχη ζούμε,  λέει η Εβίτα. Την είδαμε στο τρένο και όταν της είπαμε για σένα στενοχωρήθηκε πολύ. Δεν το πίστευε. Αλλά και ποιος το πιστεύει?

Πόσο ανίκανη νιώθω. Φοβόμουν πάντα μήπως δεν είμαι αρκετή, μήπως δεν πάρω καλούς βαθμούς, μήπως δεν είμαι αρκετά καλή στη δουλειά μου, μήπως δεν είμαι αρκετά έξυπνη. Τόσο ασήμαντα πράγματα μας βασανίζουν καθημερινά. Και τελικά το χειρότερο από όλα είναι πως όταν έρθει το τέλος δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πάρα να το κοιτάξουμε κατάματα και να το αποδεχθούμε.

Κατά λάθος έφυγες ή πάλι δεν ήμασταν εκεί για σένα ? Είναι αλήθεια πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο ή είμαστε άξιοι των επιλογών μας? Και ποιος είναι πια αυτός ο λόγος που σε παίρνει μακριά μας ? Πόσο πιο σημαντικός μπορεί να είναι από το κενό σου που θα μείνει τώρα να γεμίζει το σπιτάκι και τον κήπο σου. Ποιος αποφασίζει αν θα μείνεις ή θα φύγεις? Κάποιος που σε αγαπάει περισσότερο από μας? Όχι, δεν πιστεύω πια σε θαύματα που ποτέ δεν έρχονται.

Θυμάσαι που μου είχες υποσχεθεί να είσαι εδώ στο γάμο μου? Δεν ξέρω καν αν θέλω πια να κάνω γάμους και παιδιά αλλά αυτό δεν αναιρεί την υπόσχεση σου. Από την άλλη, ποια είμαι εγώ να σου ζητήσω να κρατήσεις μια υπόσχεση ενώ αθετούσα τις δικές μου. Ξέρω γιαγιά μου δεν ήμουν δίπλα σου. Εγώ σε μεγάλωσα, μου έλεγες με παράπονο, και τώρα με ξέχασες. Δεν σε ξέχασα. Ποτέ. Ούτε τώρα θα σε ξεχάσω ό,τι και να γίνει.

Δευτέρα 11/5

Ήθελα να σε αποχαιρετήσω αλλά σε έχουν κυκλώσει με μηχανήματα και δεν μπορούσα καν να σε πλησιάσω.. Δεν ξέρω αν άκουσες όσα σου έλεγα από μέσα μου. Σ'αγαπώ γιαγιά.

Τετάρτη 13/5

Σήμερα έμοιαζες τόσο καλύτερα... Πόσο μου είχε λείψει να σε βλέπω να κοιμάσαι.. Θυμήθηκα τότε που κοιμόμασταν αγκαλιά στο κρεβάτι. Εσύ δηλαδή και γω περίμενα να σταματήσεις να ροχαλίζεις. Και το πρωί όταν ξυπνούσα μου έφτιαχνες αυτό το γάλα με καφέ και είχες πάρει φρέσκα κουλουράκια από τον φούρνο. 
Σήμερα όταν είδα τα μάτια σου νόμιζα τα είχες ανοιχτά...οι νοσοκόμες βέβαια γρήγορα κατεδάφισαν τις ελπίδες μου. Ένιωσα τόσο κοντά σου. Σου μίλησα, με άκουσες άραγε ? Έμοιαζες τρομαγμένη γιαγιά. Σαν να ήθελες να φύγεις τρέχοντας από εκεί μέσα. Μακάρι τουλάχιστον τόσο καιρό να κοιμάσαι και να μην πονάς. Δεν χρειάζεται να πονάς πια γιαγιά μου.  Θέλω μόνο να είσαι καλά. Να χαμογελάσεις πάλι όπως κάθε φορά που ερχόμασταν σπίτι και μας αγκάλιαζες τόσο σφιχτά σαν να κράταγες τον πιο σπάνιο θησαυρό. Παιδάκια μου, αγάπες μου έλεγες. Πόσο θα μου λείψει η φωνή σου, το άρωμα σου, η αγκαλιά σου. Πάντα χαιρόμουν την αγκαλιά σου, ήταν μεγάλη και χορταστική.

Δεν μπορώ να πιστέψω πως δεν θα είσαι εδώ για να σου πω για το πτυχίο μου, πως δεν θα με δεις να παίρνω το δίπλωμα και να ερχόμαστε σε σένα με μένα στο τιμόνι. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι αν σε πάρω τηλέφωνο δεν θα απαντήσει κανείς.

Το σπίτι είναι ακόμα γεμάτο ζωή. Τη δική σου ζωή. Αυτό το σπίτι που έχει τόσο θάνατο στους τοίχους του είναι γεμάτο με τη ζωή και τις εικόνες σου. Ο κήπος σου γιορτάζει την άνοιξη.

ΓΙΑΓΙΑ ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ ΜΕ ΑΚΟΥΣ ?? ΔΕΝ ΘΑ ΦΎΓΕΙΣ ΑΚΟΜΑ. ΈΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ ΖΩΉ ΝΑ ΖΗΣΕΙΣ. ΕΧΕΙΣ ΕΜΑΣ.

Παρασκευή 15/5

Σε είδα στον ύπνο μου εχθές γιαγιά μου. Είχες ξυπνήσει από τον ύπνο που σε ρίξανε και τελικά μας έλεγες πως οι γιατροί σε είχαν κρατήσει κοιμισμένη αλλά ήσουν καλά. Σε είχαμε στο σπίτι αλλά είχες ακόμα μερικά μηχανήματα γύρω σου μέχρι να γίνεις τελείως καλά. Μόλις σε είδα ξύπνια έτρεξα κοντά σου. Θυμάμαι που μου έλεγες "είμαι καλά.. Είμαι καλά!! " 
Αχ γιαγιά μου δεν ξέρεις πόσο είχα χαρεί.

Πριν όμως προλάβω να σε χορτάσω με ξύπνησε η μαμά και μου είπε πως έφυγες.. Έφυγες!! 
Αγαπημένη μου, γιαγιά μου, μαμά μου γιατί έφυγες..
Λείπεις γιαγιούλα μου..και η Σοφία..νόμιζα θα άντεχα να της το πω. Αλλά όχι..ούτε καν να το ξεστομίσω δεν μπορούσα..

ΛΕΙΠΕΙΣ. Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι  δεν είσαι πια εδώ. Καθόμασταν στην κουζίνα σου και περίμενα πως θα έβγαινες από κάποιο δωμάτιο και θα ερχόσουν να κάτσεις μαζί μας. ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ ΝΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΨΩ!!!  Γιατί ???? Ποιος θα μου απαντήσει αυτό το αναθεματισμένο γιατί!!!! 
Πέρασε ο παπάς από την εκκλησία και ήταν κ αυτός πολύ στενοχωρημένος.. Κανείς δεν το περίμενε. Κανείς δεν το είχε καν σκεφτεί. Σ'αγαπώ πολύ γιαγιά.  Μου λείπεις. Γιατί γιατί γιατί γιατί..  ΓΙΑΤΙ! 

Κυριακή 17/5

Γιαγιά μου τα κάναμε όλα όπως ήθελες εσύ. Είναι όμορφα εκεί που είσαι. Θα σου άρεσε. Είναι ένας μεγάλος κήπος. Σαν τον δικό σου. Έχει λουλούδια, δέντρα, ζωή και είσαι κοντά με τον Τάκη απ'ό,τι μου είπε η μαμά. Τουλάχιστον αν αυτά που λένε είναι αλήθεια και τον συναντήσεις θα είσαι χαρούμενη. Ένιωσα λίγο πιο ήρεμη όταν είδα τη ζωή γύρω σου. Λες και φύτεψαν τόσα φυτά εκεί επίτηδες για να φωτοσυνθέτουν και να αντιστέκονται στο θάνατο τριγύρω. Λίγο κράτησε βέβαια η ηρεμία μου.

...

Το βράδυ σκεφτόμουν τόσο τρελά και τρομακτικά πράγματα.  Νιώθω ότι χάνω το μυαλό μου, τη λογική μου. Έχασα εσένα. Και τώρα τι ?? Τι κάνω από δω κ πέρα ??

Φοβάμαι. Είμαι χαμένη. Θέλω να έρθει κάποιος να με πάρει από το χέρι και να μου δείξει πως προχωράς μετά από έναν θάνατο. Θέλω κάποιος να περπατήσει δίπλα μου και να περάσουμε μέσα από τον χρόνο σαν περαστικοί που περνούν το δρόμο. Και όταν φτάσουμε απέναντι θα είμαι καλά. Θα έχω περάσει τους δρόμους που αποτελούν τα στάδια της αποδοχής και δεν θα νιώθω τόσο έντονο πόνο.

Στην πραγματικότητα όμως για να περάσεις απέναντι πρέπει να βλέπεις μέχρι εκεί. Εγώ αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να δω μπροστά. Κοιτάω μόνο πίσω και μετανιώνω, αναπολώ, νοσταλγώ. Εκεί θέλω να ζω, στο πριν. Δεν θέλω το παρόν που είναι μισό. Γιατί όταν προχωράς πρέπει να χάνεις όσα είχες κερδίσει τόσο καιρό? Γιατί όταν προχωράς δεν μπορείς να πάρεις κάποιον από το χέρι και να τον φέρεις μαζί σου?

Γιαγιά μου αν έρθω να σε πάρω από το χέρι θα έρθεις μαζί μου ? Πες μου που είσαι και θα έρθω να σε βρω!! Που είναι αυτό το "μετά"? Υπάρχει κάτι μετά? Θέλω να πιστέψω πως είσαι κάπου χαρούμενη. Αλλά δεν μπορώ. Δεν αφήνω τον εαυτό μου να νιώσει αυτή την ανακούφιση. Άλλωστε ούτε την αξίζω, ούτε είναι δίκαιο να προσπαθώ να πιστέψω σε κάτι ανώτερο απλά για να νιώσω εγώ πιο ήσυχη.

Δευτέρα 18/5 

Όλα έχουν μείνει μισά. ΛΕΙΠΕΙΣ που να πάρει! ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ! Δεν θέλω άλλο να σε ψάχνω, φτάνει. Δεν αντέχω, δεν αισθάνομαι ασφαλής με τις ίδιες μου τις σκέψεις. Τι απαίσια και αποτρόπαια πράγματα σκέφτομαι!!  Φοβάμαι!  Φοβάμαι πάρα πολύ. Αλήθεια νιώθω πως η λογική μου με εγκαταλείπει. Τι να κάνω ? Μου λένε είναι φυσιολογικό αλλά εγώ το ξέρω πόσο τρομακτικό είναι να κάνω τέτοιες σκέψεις. Γιαγιά με ακούς ?? Δεν είμαι καλά!!  Δεν μπορώ να κλάψω.

Είμαι στο σκοτάδι. Είμαι μόνη, χωρίς εσένα. Φοβάμαι. Με φοβάμαι.
...

Βαρέθηκα να ακούω για εκκλησίες και παπάδες και μνημόσυνα και ψάλτες και όλα αυτά που έχουν φτιάξει ένα παραμύθι για να σου ποτίζει το μυαλό με όμορφες σκέψεις για ένα απαίσιο γεγονός. Είμαι θυμωμένη και στενοχωρημένη και αγανακτισμένη και δεν έχω άλλη υπομονή, ούτε θέληση να πιστέψω ό,τι μου σερβίρουν. Β Α Ρ Ε Θ Η Κ Α. Δεν θέλω άλλο! Μπορώ να θρηνήσω τη γιαγιά μου όπως θέλω εγώ?? Χωρίς ανούσιες τυπικότητες που κάποιος σκέφτηκε μια μέρα για να βγάλει κ άλλα λεφτά. Λες κ ο παπάς που ψέλνει ήξερε τη γιαγιά μου. Λες και έζησε την ζωή της. Λες και νιώθει όσα νιώθω εγώ για εκείνη. Λες και έχει το παραμικρό συναίσθημα ή έστω σεβασμό για εκείνη όταν στέκεται μπροστά στο χώμα που την σκεπάζει και μουρμουρίζει ακαταλαβίστικα. Όχι , κανένας σας δεν την ήξερε και επομένως δεν της προσφέρει απολύτως τίποτα με το να στέκεται από πάνω της και να ψέλνει. Όπως και γω δεν νιώθω τίποτα με το να πάω και να τον ακούω. 

Ο παπάς της εκκλησίας της, ο μόνος που την είχε ζήσει από σας, έκανε την κηδεία της. Και ναι έψελνε δακρύζοντας και με βαριά καρδιά καθώς δεν μπορούσε να το πιστέψει. Έλεγε το όνομα της και έβγαζε πόνο και στενοχώρια. Με έπιασε κάποια στιγμή από το χέρι, όχι σαν ιερέας αλλά σαν άνθρωπος, και με κοίταξε με ένα βλέμμα που με έκανε να δακρύσω. Λυπάμαι,φώναζαν τα μάτια του. Ξέρεις τι μου είπε γιαγιά? Τόσο καιρό λέει σου έλεγε πως ήθελε να μας δει. Δεν περίμενε τελικά να δει τις εγγόνες σου χωρίς τη γιαγιά τους... Κόντεψα να αρχίσω τα κλάματα πάλι. Μέχρι τη στιγμή που έφυγαν από τον καφέ με κοίταγε με αυτό το βλέμμα. Είχε τόση θλίψη, τόσο απόγνωση. Αυτόν ναι, τον παραδέχομαι. Ό,τι έκανε το έκανε με την  καρδιά του. 

Τετάρτη 20/5

Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Τα γλυκά σου είναι ακόμα στο ψυγείο. Το τέλος δεν φαίνεται πουθενά. Μόνο στο άδειο σπίτι, που δεν πλημμυρίζει πια από τις μυρωδιές της μαγειρικής σου. Και στο τηλέφωνο που δεν χτυπάει πια. Το τηλέφωνο...

Τόσες μέρες είμαι καλά, μιλάω με ανθρώπους και λέω πως προχωράω. Ο μόνος λόγος που φαίνομαι καλά είναι γιατί δεν σκέφτομαι.  Είναι τόσο εύκολο μερικές φορές. Λες και δεν έφυγες, λες και δεν έχει έρθει το τέλος, λες και το τηλέφωνο θα χτυπήσει ξανά. Αχ γιαγιά μου..γιατί. Τόσες μέρες μίλησα με την Αγγελική, με την Δέσποινα, με τον Νίκο, με την Χριστίνα, με την Λουιζα.. και λέω είμαι καλά,είμαι καλά,είμαι καλά. ΨΕΜΑΤΑ. Νόμιζα πως ένιωθα καλά όμως στην πραγματικότητα δεν ένιωθα!  Έχω κλείσει τα πάντα, σαν να υπάρχει ένας διακόπτης που σταματάς να νιώθεις να σκέφτεσαι και να θυμάσαι. Η εικόνα σου είναι θολή στο μυαλό μου. ΔΕΝ ΝΙΏΘΩ ΓΙΑΓΙΆ.  Πως μπορεί να έφυγες. Πως γίνεται να μην είσαι εδώ. Γιατί έπρεπε να γίνει αυτό.  Γιατί γαμωτο να φύγεις από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν σε πήρα μια αγκαλιά, δεν σου είπα πόσο σ'αγαπώ, δεν προφτασα να στο δείξω. ΠΑΝΤΑ νομίζουμε πως έχουμε κι άλλο χρόνο. ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ ΝΑ ΤΟ ΔΕΧΘΩ. Δεν μπορώ να προχωρήσω. ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ!! 

Παρασκευή 29/5 

Ακόμα δεν το έχω πιστέψει. Δεν έχω προχωρήσει. Όσο περνούν οι μέρες σε σκέφτομαι όλο και λιγότερο. Σε κλείνω σε μικρά κουτάκια και σβήνω τα συναισθήματα μου. Πόσο αδύναμη είμαι. Πόσο υποκρίτρια. Φοβάμαι την στιγμή που θα βγουν όλα στην επιφάνεια. Σταμάτα επιτέλους να με αγαπάς. Δεν το αντέχω. 

Τρίτη 2/6


Κάτι τέτοιες ώρες έρχεσαι στο μυαλό μου και δεν μπορώ να σε σταματήσω. Αλλά ούτε θέλω. Πονάω τόσο πολύ... Νιώθω σαν να ζω έναν εφιάλτη. Περιμένω να ξυπνήσω αλλά ξέρω πως και αύριο το πρωί πάλι θα λείπεις. Σε αγαπώ πολύ γιαγιά. Μου λείπεις. Κάθε μέρα κ πιο πολύ. Δεν θέλω να κλαιω όταν σε σκέφτομαι. Εσύ πάντα χαρά μου έδινες. Μόνο χαρά και αγάπη. Αυτά θέλω να θυμάμαι από εσένα. Τώρα που έφυγες όλα μοιάζουν μισά.Δεν έπρεπε να φύγεις. Γιατί έφυγες ? Γιατί έτσι ?? Σ'αγαπώ γιαγιά. Μακάρι να ήμουν μαζί σου από την αρχή. Αν με.ακούς ελπίζω να είσαι καλά. Μου λείπεις πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ. 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Πόνος και γιατρειά



Είχα δέσει την πληγή μου και εσύ πήρες ένα μαχαίρι και μου έσκισες τις γάζες.
Κοίτα, μου φώναξες, και μην φοβάσαι να αντιμετωπίσεις το αίμα! Δεν έχει κλείσει η πληγή σου!
Πόνεσα και τρόμαξα τόσο πολύ. Εγώ είχα κλείσει το τραύμα μου και τώρα πρέπει πάλι από την αρχή να το φροντίσω, να το καθαρίσω και να το δέσω. Μου πήρες και τις γάζες. 
Δώσε του χρόνο, μου λες, μην το καλύπτεις. 
Μα πως? Εγώ δεν αντέχω να βλέπω τα αίματα και την ανοιγμένη μου σάρκα. Ούτε θέλω οι άλλοι να με δουν.


Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

HöLLE

Θέλω να ανοίξω μια τρύπα από το στήθος μέχρι κάτω την κοιλιά μου και να τα βγάλω όλα έξω. Να πετάξω όργανα, φλέβες, καρδιά και τη ζωή μου όλη. Να ανοίξω και το κεφάλι μου και να ξεσκίσω τον εγκέφαλο μου μέχρι να καταστραφεί η μνήμη μου εντελώς. Να τα ράψω μετά όλα και να συνεχίσω να ζω σαν ένα άδειο κουφάρι. Χωρίς ζωή, χωρίς καρδιά, χωρίς ιστορία. Ένα τίποτα, μια τιποτένια. Να μην νιώσω ποτέ ξανά χαρά και ανακούφιση. Να μην ζήσω την ευτυχία, να μην βιώσω την αγάπη. Να μην νιώσω τον πόνο, να μην πληγωθώ. Να σαπίσω σαν ένα κομμάτι κρέας που κάποιος ξέχασε. Άδεια, άχρηστη. Να χαθώ σε ένα κουτί με απολεσθέντα που κανείς ποτέ δεν ζήτησε. Να βάλω μαύρη φορεσιά πάνω στα κόκαλα που κουβαλούν το σώμα μου και μαύρο αίμα στις φλέβες μου που θα κυλάει αργά και επώδυνα. Να σπάσω ό,τι έχω και δεν έχω μέσα μου. Να κόψω τις ξανθές μου τρίχες και να αφήσω το ανοιγμένο μου κρανίο μόνο με μια ουλή. Να πάρω ένα κομμάτι γυαλί και να ματώσω τα χείλη μου για να μην ξαναβγάλουν λέξη. Να τρέξω και να πέσω και να ματώσω τα γόνατα και τα πόδια μου και να μην ξανασηκωθώ ποτέ. Κι όταν με χαστουκίσεις γιατί είμαι άσχημη και κακιασμένη και ανίκανη να νιώσω, εγώ θα γυρίσω και το άλλο μάγουλο. Να με χτυπήσεις πάλι, να με βρίσεις, να με φτύσεις, να με κοροιδέψεις και να με διώξεις μακριά από τους ανθρώπους. Μακριά να ζήσω μόνη σε έρημη και άγονη γη. Να πεινάσω, να διψάσω και να φάω χώμα νεκρό. Να καταπίνω θάνατο για να ξερνάω ζωή. Ασήμαντη ζωή, χωρίς σκοπό. Να ζω για να βασανίζομαι. Να αναπνέω διοξείδιο, όχι οξυγόνο. Κάτω από τον δυνατό ήλιο να πετάξω και τα σαπισμένα ρούχα μου και να αφήσω τις αχτίνες να με κάψουν. Μέχρι μέσα. Το τσούξιμο να φτάσει σε κάθε κύτταρο που έχει επιζήσει πάνω μου. Να κάψει τη σάρκα μου. Να σβήσει το είναι μου. Ξαπλωμένη στην ξέρα να κοιτάω με άδειο βλέμμα τον ουρανό και αυτός να μου φωνάζει: "Δεν σε θέλω. Δεν θα έρθεις ποτέ κοντά μου." Να τρέξει ένα δάκρυ με την τελευταία υγρασία που έχει μείνει στο σώμα μου και να αφήσω το σκοτάδι να με καταπιεί μια και καλή. Να χαθώ,μια και καλή.


Σημείωση.

Την Τετάρτη καθώς περπατούσα προς το γραφείο το ένιωσα. Ένα κλικ μέσα μου σαν να ενώνονται δύο κομμάτια που δεν ήξερα καν ό,τι υπήρχαν. Και πήρα την πιο κρίσιμη και την πιο γαμάτη απόφαση της ζωής μου! Σε δευτερόλεπτα μπορούσα να δω τον εαυτό μου σε ένα μικρό γραφείο, λιτό όπως πρέπει, να πίνω λίγο καφέ περιμένοντας το επόμενο ραντεβού ή να γυρνώ τα κλειδιά στην πόρτα το πρωί με ανυπομονησία για μια καινούργια συνεδρία. Σχεδόν ερωτεύτηκα την εικόνα αυτή και χασκογελούσα μόνη μου περπατώντας στην άκρη του πεζοδρομίου.
 Όταν έφτασα και μπήκα στο γραφείο ένιωσα μια νοσταλγία για τις μέρες που θα έρθουν. Ήμουν σίγουρη πια. Μπορεί την Κυριακή να σου έλεγα πως "ο έρωτας για την δουλειά σου" θα μου προκαλούσε ανασφάλεια αλλά τώρα βλέπω πως μάλλον θα ένιωθα ακριβώς το ίδιο. 

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

No filter.


I'm dying tonight; slowly, painfully. My life is being sucked out of me.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Μπιπ , μπιπ , μπιπ


Σήμερα θα έπρεπε να βρέχει. Ο ήλιος είναι τόσο φωτεινός που μοιάζει σαν να μου τρίβει στη μούρη τη ζωή που νιώθω να γλιστράει από τα χέρια μου. Όλα μοιάζουν πιο πράσινα, πιο ζωντανά σαν να κοροϊδεύουν τον θάνατο. Σαν να του δείχνουν τι έχει να χάσει.

Η ώρα είναι 7 και κάτι ξημερώματα και όλοι έχουν ξυπνήσει. Όλοι έχουν ζωή που ξεχειλίζει από μέσα τους. Έτσι μου έρχεται να πάρω ένα πινέλο και να τα βάψω όλα μαύρα. Και τη ζωή τους και το φως τους και τη ψυχή τους. Η αλήθεια είναι δεν με νοιάζει τι ώρα είναι, δεν με νοιάζει αν έξω ο ήλιος λάμπει επιδεικτικά και φωτίζει μέχρι εκεί που φτάνει το κόκκινο μάτι μου. Δεν με νοιάζει καν αν όλοι είναι πράγματι ζωντανοί ή παίζουν θέατρο μόνο για σήμερα.

Ο μόνος ήχος που ακούω είναι μια μηχανική ανάσα και μερικά μπιπ μπιπ που, αν και σε άλλη περίπτωση θα ήταν ένα ενοχλητικό άχρηστο άκουσμα, σήμερα είναι ο πιο καθησυχαστικός ήχος που φτάνει στο αυτί μου. Αυτή η μουσική από μηχανές που είναι τελείως ψεύτικη και απλώς παρατείνει το αναπόφευκτο έχει γίνει κάτι σαν νανούρισμα και στοργική αγκαλιά.

Ο ήχος αυτός μετράει τις στιγμές μου μέσα σε αυτούς τους βρώμικους, γεμάτους απελπισία τοίχους, μετράει τις ανάσες που παίρνω και τη ζωή που φεύγει. 

Από το ένα κλουβί στο άλλο. Όσο και να περπατάω μέσα σε αυτούς τους ατελείωτους διαδρόμους τελικά όλοι συνδέονται μεταξύ τους και δεν οδηγούν πουθενά. Προχωράς, στρίβεις, ανεβαίνεις, κατεβαίνεις και πάλι νιώθεις το δέρμα σου να ποτίζει με απελπισία. Πως μπορεί κάποιος να ξεφύγει? Και αν το καταφέρει ποιο είναι το τίμημα?

Αυτό το καταραμένο ρολόι έχει χαλάσει. Ο χρόνος δεν περνάει. Η ίδια στιγμή απλά επιμηκύνεται και διαρκεί για πάντα. Ούτε αρχή, ούτε τέλος. Μονάχα μια ατέρμονη και τρομακτική αδράνεια. Τικ τοκ τικ τοκ και η αναμονή δεν τελειώνει.


Οι καινούργιοι τοίχοι είναι ακόμα πιο άδειοι και αφιλόξενοι. Μοιάζουν να κουνιούνται και να έρχονται κοντά σου μέχρι που θα σε πνίξουν. Η μουσική έχει γίνει φασαρία. Αυτά τα μηχανήματα δεν αστειεύονται. Μπιπ μπιπ μπιπ ακούγονται από παντού και κάθε ήχος ταράζει την καρδιά μου σαν ηλεκτροσόκ. Όλοι είναι πιο σοβαροί και σε κοιτούν δίχως να μιλάνε. Ησυχία, ησυχία, ησυχία και μόνο αυτή η φασαρία σπάει τη σιωπή.

Έρχομαι κοντά σου και νιώθω να πνίγομαι. Η ανάσα μου έχει γίνει δύσκολη και η ψυχραιμία μου εξαντλείται όπως το οξυγόνο στα βαριά πνευμόνια μου. Λένε λένε λένε και δεν μου φτάνει τίποτα.  Ίσως γιατί δεν ακούω αυτό που θέλω.

Θέλω να μείνεις εδώ. Να μην πας πουθενά. Να δώσεις άλλη μία μάχη και να σπάσεις αυτούς τους τοίχους που σε πνίγουν.  Έχουν κλείσει τη ζωή σου σε μπουκάλες και ορούς. Πάρε μια ανάσα και φώναξε τους όσο πιο δυνατά μπορείς να στα δώσουν πίσω. Ούρλιαξε και διώξε τις αλυσίδες σου.  Θα δεις όλα θα γυρίσουν σε σένα. Όλα τελειώνουν και αρχίζουν από σένα.

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Η απάντηση.


αγάπη,
αγάπη,
αγάπη,
αγάπη,
αγάπη,
αγάπη,
και πάλι αγάπη.

Σάββατο 18 Απριλίου 2015

μονάχα καπνός σβησμένης φωτιάς.

Έμαθα πως προχωράω δεν σημαίνει καταφέρνω να ρίξω άλλον στο κρεβάτι. Δεν σημαίνει βγαίνω κάθε μέρα και με άλλον για να μην σκέφτομαι. Δεν σημαίνει παίρνω μεθυσμένα τηλέφωνα τα ξημερώματα γιατί θέλω να σου φωνάξω πόσο μαλάκας είσαι ή να σου ζητήσω τα ρέστα για την υποκρισία που μου πούλησες. Δεν σημαίνει καν πως θάβω το παρελθόν μου και τα ρίχνω όλα σε εσένα. Ούτε βοηθάνε οι ξένες αγκαλιές , ούτε οδηγούν στη λήθη τα ποτά. Ούτε καν οι συμβουλές από γιατρούς δεν θα κάνουν διαφορά. Εμένα τουλάχιστον όλα τα παραπάνω δεν με έκαναν να προχωρήσω. Παρά κάθε μέρα πήγαινα ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω. Σε σκέφτομαι καμιά φορά. Όμως τώρα πια νιώθω μια χαρμολύπη, θα έλεγα , γιατί έχεις τόσα συναισθήματα και θυμό και πόνο μέσα σου και δεν τα έχεις βγάλει προς τα έξω. Έχεις κρατήσει το ρόλο σου τόσο καιρό που νομίζω η μάσκα σε έχει φυλακίσει. Και πίστεψε με έπαιζες καλά, μου πήρε καιρό να δω πως είχε πέσει η αυλαία και συ συνέχιζες με δικό σου σενάριο.

Έπρεπε να πέσω κάτω , έπρεπε να ικανοποιήσω κάθε πιθανότητα που γεννούσε το απωθημένο , έπρεπε να αποκλείσω κάθε ενδεχόμενο , έπρεπε να αποδεχθώ όσα με είχαν φυλακίσει και να τα αντιμετωπίσω. Να γκρεμίσω λίγο τον τοίχο ίσα να μπει λίγο φως και να φτιάξω μια πόρτα για να μπορούν λίγοι και καλοί να πλησιάζουν. Έπρεπε να απομυθοποιήσω οτιδήποτε είχα φτιάξει στο μυαλό μου και να καταλάβω πως οι ιδέες μου απλά είχαν το πρόσωπο σου αλλα δεν σε αντιπροσώπευαν. Έπρεπε να δω πως έκανα λάθη που μου κόστισαν αλλά ήταν μόνο ρωγμές σε γυαλιά ήδη σπασμένα. Έπρεπε να μιλήσω με τον εαυτό μου όχι με τους άλλους. Εγώ το ξέρω πόσες φορές σκέφτηκα τα ίδια και τα ίδια μέχρι να καταφέρω να τα αποδεχθώ. Έπρεπε να δω πως με είχες αφήσει πολύ πριν φύγεις. Έπρεπε να καταλάβω πως εκείνο το Σάββατο ήταν το κρεβάτι που θα σε έκανε να φύγεις ή να μείνεις. Να δω πως δεν ήσουν αυτό που είχα στο μυαλό μου. Έπρεπε να θυμώσω αλλά και να συγχωρέσω. Να νιώσω πραγματικά ήρεμη όταν σκέφτομαι όσα έγιναν. Ακόμα επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσει λίγο ικανοποίηση γιατί όλα αυτά που τόσο καιρό με στοιχειώνουν ίσως είναι κ αυτά που εσύ θα εκτιμήσεις. Επίσης κατάλαβα πως η μαγκιά δεν είναι σε αυτόν που πηγαίνει από την μια στην άλλη δίχως δισταγμό αφού στην τελική δεν έχει και τίποτα να διακινδυνεύσει.

Δεν ξέρω αν σε βοήθησε να κάψεις κάθε γέφυρα και να φύγεις χωρίς να κοιτάξεις πίσω. Εγώ που το προσπάθησα δεν δούλεψε. Και να σου πω ίσως καλύτερα ,γιατί αλλιώς θα έμενε μία πληγή ανοιχτή κάτω από επιδέσμους. Φοβόμουν μήπως κάποιος χωρίς να δει την πληγή μου με αγγίξει άγαρμπα και με πονέσει πάλι. Όμως τώρα η πληγή μου κλείνει και δεν έχω πια τέτοιο φόβο. Σκέφτομαι πως είναι η ώρα να αποδεσμευτώ. Να πετάξω μικρά κομμάτια σου. Έχουν σκουριάσει άλλωστε όπως και η ανάμνηση της εικόνας σου.

Εν τέλει λοιπόν δεν ξέρω ποιος πραγματικά προχωρά. Εσύ που βρήκες άλλη εφήμερη αγκαλιά της παρηγοριάς ή εγώ που περπατώ , καμιά φορά σκοντάφτοντας , προς το άγνωστο? Μπορεί και οι δύο. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο. 

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Πρώτη φορά

Έχω πιει τόσο πολύ αυτές τις μέρες που νομίζω θα τρυπήσει το συκώτι μου, λέω καθώς πίνω την επόμενη γουλιά.

Γύρισα σπίτι μετά από το τρίτο ξενύχτι αυτές τις μέρες, ξεβάφτηκα και όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη δεν είδα εμένα. Δεν είδα θλίψη και φόβο στο πρόσωπο μου. Δεν είδα ενοχές. Κοίταζα ξανά και ξανά όμως δεν μπορούσα πια να δω το πρόσωπο που αντίκριζα κάθε μέρα στον καθρέφτη τον τελευταίο καιρό. Και χάρηκα, χαμογέλασα και πήρα μια βαθιά ανάσα. Δεν έχω πια αυτό το βάρος μέσα μου. Δεν έχω τις τύψεις και τις ενοχές να με τρώνε μέρα νύχτα.

Είμαι ελεύθερη!

Δεν υπάρχει πιο όμορφο συναίσθημα από το να εκμυστηρεύεσαι κάτι και να εισπράττεις πίσω πλήρη αποδοχή. Κάτι που νόμιζα πως μόνο εσύ μπορούσες να μου δώσεις. Όχι, υπάρχουν κι άλλοι. Πιο σοφοί και πιο αληθινοί. Άνθρωποι που δεν είχαν κανένα λόγο και κανένα συμφέρον να με ακούσουν πόσο μάλλον να με αποδεχθούν. Αλήθειες, ωμότητες, συμβουλές, πειράγματα και τελικά σαν να μην άλλαξε τίποτα. Εκεί που εγώ νόμιζα πως θα γκρεμιστεί ο κόσμος. Πως θα χάσω ό,τι έχω και δεν έχω. Είσαι ήρωας, μου λέει, όχι μόνο σωματικά αλλά κυρίως πνευματικά.

Πότε δεν το είχα σκεφτεί έτσι αλλά είναι κ αυτός ένας τρόπος να το δεις.

Ελπίζω να μην παρεξηγηθώ, μου λέει, αλλά θέλω να σε κάνω να καταλάβεις ότι ήταν απλά σεξ.

Όχι, της απαντάω, ήταν απλά κακό σεξ.

Μου πήρε πολύ καιρό να μιλήσω και αυτό μου κόστισε. Αλλά σίγουρα τώρα έκανα ένα τεράστιο βήμα. Μπορεί να μη φαίνεται αλλά χρειάστηκα τεράστιο κουράγιο για να παραδεχτώ στον εαυτό μου όσα είπα αυτές τις μέρες. Μια ελευθερία που περίμενα καιρό και νόμιζα πως εσύ θα μου την έδινες. Ήσουν όμως φυλακή όχι κάθαρση.

Το πιστεύεις ή όχι, είμαι ελεύθερη πια.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

θεωρίες και άλλα τέτοια

To αξίωμα ή αρχή στη λογική, είναι μια πρόταση η οποία δεν αποδεικνύεται, αλλά θεωρείται είτε προφανής, ή αποτέλεσμα κάποιας απόφασης. Έτσι, αξίωμα είναι μια λογική πρόταση, της οποίας η αλήθεια θεωρείται δεδομένη και χρησιμεύει ως αρχικό σημείο για την αναγωγή και το συμπέρασμα άλλων αληθών προτάσεων, ανάλογα με τη θεωρία που εφαρμόζεται.
   Η αλήθεια είναι αυτή: Ήμουν τρομερά αφελής και είχα την - παιδική - αντίληψη πως ο κόσμος είναι όμορφος και οι άνθρωποι καλοπροαίρετοι. Η κολλητή μου πάντα με κοροϊδευε για αυτό. Νόμιζα πως όταν άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή μου και με αφήνουν να δεθώ μαζί τους, δεν θα έρθει η μέρα που απλά θα φύγουν. Πίστευα ακόμα πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Δεν υπάρχει όμως κάποιος λόγος να συμβαίνουν όλα όπως θεωρώ εγώ ότι πρέπει να συμβαίνουν. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως όλοι οι άνθρωποι θέλουν το κακό σου.

   Σκέφτηκα λοιπόν να αναθεωρήσω. 1) Κάποιοι άνθρωποι σε πληγώνουν και φεύγουν και ποτέ τελικά δεν μαθαίνεις το γιατί. Δεν υπάρχει ο λόγος να το μάθεις. Απλά συμβαίνει. Όσο πιο γρήγορα το αποδεχτείς τόσο πιο γρήγορα θα προχωρήσεις την ζωή σου. Οπότε ναι , θεωρώ πως το γεγονός ότι προσπαθώ να το αποδεχτώ αυτό είναι μεγάλο βήμα. 2) Ο χρόνος περνά και οι άνθρωποι αλλάζουν.  3) Δεν σε προσδιορίζει αυτό που ο καθένας πιστεύει για σένα. 4)  Οι φίλοι δίνουν τις καλύτερες συμβουλές. 5) Τα πρέπει , πολύ κακό πράγμα. Βγάλτα από τη ζωή σου.

και θα σταματήσω την ανάρτηση εδώ διότι αν συνεχίσω δεν θα είναι όμορφο.

So it's over? I didn't realize
It's so much colder
But it was no surprise

Did you ever
Get to know me?
'cause it has never been so plain to see

And when you say you won't forget me
Well I can tell you that's untrue
'cause every day since you left me
I've thought less and less of you

And I've worn out all the reasons
To keep on knocking at your door
Could be the changing of the seasons
But I don't love you anymore